Άρθρα ιστορικού περιεχομένου για τις Συνομόσπονδες Πολιτείες της Αμερικής (C.S.A. 1861-1865) που δημοσιεύονται στο ιστολόγιό μου Κόκκινος Ουρανός


Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

Ο πρόεδρος Jefferson Davis και η δουλεία


Ο Jefferson Davis (Τζέφερσον Ντέηβις: 3 Ιουνίου 1808-6 Δεκεμβρίου 1889) ήταν ο πρόεδρος των Συνομόσπονδων Πολιτειών της Αμερικής (C.S.A.), καθ’ όλη την διάρκεια του πολέμου ανεξαρτησίας του Νότου, από το 1861 έως το 1865.
Η ορκωμοσία του έλαβε χώρα στις 9 Φεβρουαρίου 1861 (δες εδώ). Πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους ορίστηκε το Ρίτσμοντ στην Βιρτζίνια, όπου και μετακόμισε με την οικογένειά του.
Παντρεύτηκε την Sarah Knox Taylor, η οποία πέθανε το 1835 και μετά από αυτήν παντρεύτηκε την Varina Banks Howell με την οποία έκανε έξι παιδιά, τρία από τα οποία πέθαναν μικρά.
Στις 6 Δεκεμβρίου 1889 άφησε την τελευταία του πνοή στην Νέα Ορλεάνη, στην ηλικία των 81 ετών.  

Ο Jefferson Davis επηρεάστηκε νωρίς στη ζωή του από τον μεγαλύτερο αδελφό του, τον Joseph, ο οποίος επιθυμούσε να βελτιωθεί η κατάσταση του ανθρώπου. Ο Joseph είχε εμπνευστεί από τα γραπτά ενός Άγγλου βιομήχανου και κοινωνικού μεταρρυθμιστή, του Robert Owen, συγγραφέα του βιβλίουA New View of Society ια Νέα Θεώρηση της Κοινωνίας). Ο Owen οραματιζόταν μια νέα κοινωνία βασισμένη στη δίκαιη και γενναιόδωρη μεταχείριση όλων των ανθρώπων. Αυτό από μόνο του ήταν μια επαναστατική ιδέα, με μεγάλες δυνατότητες για τη βελτίωση της ζωής πολλών καταπιεσμένων βιομηχανικών εργατών του κόσμου. Ο Joseph Davis συναντήθηκε και μίλησε με τον Owens και αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τις ιδέες του στη φυτεία του στο Μισισιπή. Ο Joseph υιοθέτησε κανόνες για τη λειτουργία της φυτείας του μερικοί από τους οποίους ήταν οι πιο φιλελεύθερες διατάξεις για τη δουλεία.

Ο Jefferson Davis υιοθέτησε ένα συγκεκριμένο μοτίβο συμπεριφοράς στη φυτεία του αφού είδε εκείνο του μεγαλύτερου αδελφού του Ιωσήφ.

Στο Νότο εκείνη την εποχή, υπήρχαν πολλές διαφορετικές απόψεις για τη δουλεία. Από τους ακραίους που επιθυμούσαν τη συνέχιση και την επέκταση της δουλείας, έως εκείνους, όπως ο Robert E. Lee, που επιθυμούσαν ένα γρήγορο τέλος στον θεσμό αυτόν. Όπως σε όλες τις φιλοσοφίες, ο «ιδιότυπος θεσμός» (“peculiar institution”) της δουλείας είχε και μια μέση λύση. Ήταν εδώ που άνδρες όπως οι αδελφοί Davis βρίσκονταν. Κατά την άποψη του Jefferson Davis «το σύστημα της δουλείας θα έχει ένα φυσικό τέλος. Για να καταλήξουμε σε αυτό το φυσικό τέλος, ο φωτισμένος ιδιοκτήτης σκλάβων θα πρέπει να προετοιμάσει τους ανθρώπους” του για την ελευθερία». Ο Davis δήλωνε: «Ο σκλάβος πρέπει να γίνει κατάλληλος για την ελευθερία του μέσα από την εκπαίδευση και την πειθαρχία και, επομένως, να γίνει ακατάλληλος για τη δουλεία». Για το λόγο αυτό προσπάθησε να "εκπαιδεύσει" τους δούλους του με τους τρόπους της πολιτισμένης κοινωνίας. Στη φυτεία του, ο Jefferson Davis θέσπισε ένα σύστημα νομοθεσίας σκλάβων, με δικαστήρια και ενόρκους σε μια προσπάθεια να βελτιωθεί η κατανόηση των δούλων του για το πώς θα ήταν η ζωή κάτω από την «ελευθερία». Είναι αξιοσημείωτο ότι, σύμφωνα με το νομικό σύστημα του Davis, θα μπορούσε να συγχωρέσει έναν καταδικασθέντα, αλλά δεν θα αύξανε την τιμωρία που θα επέβαλε μια επιτροπή σκλάβων.

Ο τρόπος με τον οποίον συμπεριφέρονταν στους δούλους ο Davis στην φυτεία του, είναι ένας λόγος που τόσοι πολλοί μαύροι είχαν τέτοιο σεβασμό για το Davis. Όταν ρωτήθηκε από Γιάνκηδες για το πως αισθάνεται για τον Jefferson Davis, ένας ηλικιωμένος δούλος απάντησε «. . . Τον αγαπούσα και μπορώ να πω ότι κάθε έγχρωμος που είχε στην κατοχή του τον αγαπούσε».

Ο βαθύς σεβασμός και η αγάπη που ο Πρόεδρος και η κυρία Ντέιβις είχαν για τους ανθρώπους φαίνεται καθαρά στην ιστορία του μικρού Jim Limber "Davis".

Το μαύρο παιδί στον Λευκό Οίκο της Συνομοσπονδίας

Ο Jim Limber ήταν ένα ορφανό μαύρο παιδί το οποίο η κα Varina Davis διέσωσε  από έναν καταπιεστικό κηδεμόνα. Ο Jim Limber "εγκρίθηκε" από την οικογένεια Davis και έγινε αναπόσπαστο μέρος της οικογένειας Ντέιβις, όταν ήταν στο Ρίτσμοντ.
Ενώ ταξίδευαν μέσω του Richmond, η κυρία Ντέιβις είδε έναν νέγρο να δέρνει τον Jim. Αμέσως τον έσωσε και τον έφερε στον Συνομόσπονδο Λευκό Οίκο για να τον περιθάλψει. Την επόμενη μέρα, είχε τα κατάλληλα έγγραφα που πρωτοκολλήθηκαν στο δημαρχείο του Richmond για να ασφαλίσουν το καθεστώς του Jim ως ελεύθερου έγχρωμου ατόμου.
Η κα Mary Boykin Chesnut έγραψε στο ημερολόγιό της ότι είδε λίγο τον Jim την επομένη της διάσωσης του. Δήλωσε ότι «το παιδί είναι ένα ορφανό που η κυρία Ντέιβις διέσωσε χθες από τον βάναυσο νέγρο κηδεμόνα του. Ήταν πολύ όμορφα ντυμένος και χαρούμενος σαν άρχοντας. Ήταν πολύ ανήσυχος να μου δείξει τις πληγές και τους μώλωπες του που δόθηκαν από τον πρώην κηδεμόνα του.
Από εκείνη τη στιγμή ο Jim "υιοθετήθηκε" από τους Davises και αντιμετωπίζονταν ως μέλος της οικογένειας. Ακόμη και σε επιστολές, η οικογένεια μιλούσε στοργικά για τον Jim. Σε μια επιστολή που γράφτηκε από την 10χρονη κόρη Maggie στον αδελφό της Jeff, δηλώνει, «ο Jim Limber σου στέλνει την αγάπη του». Πολλοί άνθρωποι ανέφεραν πόσο ευτυχισμένη ήταν η ζωή του Jim στον Λευκό Οίκο της Συνομοσπονδίας. Δυστυχώς όπως σε όλους, ο πόλεμος έφερε ένα θλιβερό τέλος και στην ευτυχισμένη ζωή του μικρού Τζιμ.

Μετά την πτώση του Richmond, η οικογένεια Davis προσπάθησε να διασχίσει όλο το Νότο πέρα από τον ποταμό Μισισιπή. Κοντά στο Irwinville της Γεωργίας, ο Πρόεδρος Davis και η οικογένειά του πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Η Varina Davis μίλησε για τα βάσανα των επόμενων ημερών σε όλα τα μέλη της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένου του μικρού Jim. Η κυρία Ντέιβις ήταν σοκαρισμένη από τη δήλωση του λοχαγού της Ένωσης Charles T. Hudson ο οποίος απειλούσε ότι θα πάρει τον μικρό Jim μαζί του και θα τον κάνει δικό του. Η κυρία Ντέιβις αναφέρει: «Ο λοχαγός Hudson, ένας εξαιρετικά αγενής και προσβλητικός άνθρωπος, σίγουρα όχι στρατιωτικός τζέντλεμαν, απείλησε να πάρει τον Jim Limber μακριά από εμάς . . . και να τον κρατήσει ως δικό του».  Όταν ο Jim έμαθε ότι επρόκειτο να τον πάρουν  μακριά, άρχισε να φωνάζει και να χτυπιέται, να κολλάει στα παιδιά των Davis, ουρλιάζοντας και παρακαλώντας να μείνει με την «οικογένεια». Όμως τα παρακάλια του δεν έφεραν αποτελέσματα. Στους Davises είπαν ότι ο Jim θα πήγαινε στην Ουάσιγκτον. Οι εφημερίδες στο Βορά άρχισαν ιστορίες του στυλ «Ο Jim Limber ένας από τους σκλάβους του Jefferson Davis» που έφερνε τα σημάδια στην πλάτη του από τα χτυπήματα που του δόθηκαν από την οικογένεια Davis. Η κυρία Ντέιβις αρνήθηκε ότι ξυλοκοπήθηκε ποτέ ο Jim από οποιονδήποτε από την οικογένεια Davis, . . γιατί η αγάπη ήταν αμοιβαία μεταξύ μας και ποτέ δεν τον τιμωρήσαμε. Καμία από αυτές τις δηλώσεις δεν έγινε κανένα πρωτοσέλιδο. Τους Βόρειους άλλωστε τους σύμφερε να συνεχιστεί η δική τους ατζέντα περί «κακών» Νοτίων.

Κανείς μέχρι σήμερα δεν αποκάκλυψε τι απέγινε ο Jim Limber. Έως και μέχρι το 1890, η Varina Ντέιβις, δήλωνε ότι εξακολουθούσε να προσεύχεται για τον Jim και εξέφραζε την ελπίδα ότι «ο αξιαγάπητος μικρός Jim Limber . . . υπήρξε επιτυχής στον κόσμο».

Στη ζωή, η οικογένεια Davis έδειχνε μια γνήσια αγάπη για τους ανθρώπους που είχε στην επίβλεψή της. Αυτή η αγάπη επέστρεψε και εμφανίστηκε με την ευκαιρία του θανάτου του πρώην προέδρου.

Στις 8 Δεκεμβρίου του 1889, στη Νέα Ορλεάνη της Λουιζιάνα, ο Jefferson Davis πέθανε. Καθώς η είδηση ​​έγινε γνωστή στο Νότο, τηλεγραφήματα και επιστολές άρχισαν να καταφθάνουν μεταφέροντας τη συμπάθεια πολλών ανθρώπων. Ένα τέτοιο τηλεγράφημα ήταν από την παλιά φυτεία της οικογένειας Davis υπογεγραμμένη από δεκατρείς ανθρώπους που μπορούσαν να διαβάζουν, «Εμείς, οι παλαιοί υπηρέτες και ένοικοι του αγαπημένου μας κυρίου, αξιότιμου Jefferson Davis, σμίγουμε τα δάκρυα μας για το θάνατο του, ο οποίος ήταν πάντα τόσο ευγενικός και σκεφτόταν για την ειρήνη και την ευτυχία μας. Σας μεταφέρουμε τα ταπεινά μας συλλυπητήρια».  

Ο Thornton Montgomery, ένας μαύρος τον οποίο ο Τζέφερσον Ντέιβις είχε βοηθήσει να εκπαιδεύσει, έστειλε το ακόλουθο μήνυμα από το σπίτι του στην Κριστίν της Βόρειας Ντακότα : «Παρακολούθησα με μεγάλο ενδιαφέρον και μέριμνα την ασθένεια του κ. Davis . . . και ήλπιζα ότι με την μεγάλη δύναμη της θέλησης του θα γινόταν καλά. ... Εκτιμώ τη μεγάλη απώλεια σας και η καρδιά μου είναι μαζί σας αυτή την ώρα της βαθύτερης θλίψης σας . . .». 

Μετά το θάνατο του Davis, στο τελευταίο ταξίδι του η σωρός του συνοδεύτηκε από τον τελευταίο υπηρέτη του, τον Robert Brown. Ο Brown έκλεγε ανεξέλεγκτα κατά δείχνοντας την αγάπη του για τον πρώην αφέντη του.
Ναι, η ζωή και ο θάνατος του Προέδρου Jefferson Davis δείχνουν σε όσους έχουν μάτια να δουν αρκετά για το πόσο διαφορετική ήταν η σχέση μεταξύ σκλάβου και αφέντη στο Νότο στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με τον τρόπο με τον οποίο πάρα πολύ συχνά απεικονίζεται.  

Οι προπαγανδιστές λένε ότι αυτοί οι μαύροι, οι οποίοι έδειξαν αγάπη για τον Davis ή για οτιδήποτε Νότιο, δεν έδειχναν τα αληθινά συναισθήματά τους, προκειμένου να μην κακοποιηθούν από τους "rednecks". 

Δεν ξέρουν όμως πως να δικαιολογήσουν τα θερμά συλλυπητήρια που έστειλε ο Thornton Montgomery, ένας μαύρος από τη Βόρεια Ντακότα. Πιστεύει κανείς ότι ένας μαύρος που ζούσε στη Βόρεια Ντακότα θα φοβόταν τους λευκούς Νότιους;


ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ / από το βιβλίο “The South Was Right” των James Ronald Kennedy και Walter Donald Kennedy

Όταν ο στρατηγός Grant απέλασε τους Εβραίους


Η ισραηλινή Haaretz γράφει ότι ο Asher Reese, ένας Εβραίος κάτοικος της Οξφόρδης του Μισισιπή των ΗΠΑ, κάνοντας έρευνα για το ακίνητό του, διαπίστωσε ότι το σπίτι ήταν η έδρα της Στρατηγού - και μετέπειτα δύο φορές προέδρου των ΗΠΑ - Οδυσσέα Γκραντ* (Ulysses S. Grant, 1822 - 1885) από τις 2 - 17 Δεκεμβρίου του 1862 και το μέρος όπου υπέγραψε την περιβόητη Γενική Διαταγή Νο 11, με την οποία διέταξε όλοι οι Εβραίοι να απελαθούν από την στρατιωτική περιοχή του, η οποία κατά το χρόνο εκείνο περιλάμβανε τις περιοχές του Τενεσί, του Μισισιπή και του Κεντάκυ. Αυτός ήταν ο μόνος διωγμός Εβραίων στην αμερικανική ιστορία.

«Οι Εβραίοι, ως τάξη παραβιάζουν κάθε ρύθμιση σχετικά με το εμπόριο, που θεσπίστηκε από το Υπουργείο Οικονομικών και πρέπει να απελαθούν εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από την παραλαβή της παρούσας διατάξεως», έλεγε η Διαταγή.
 
Αλλά ας δούμε την ιστορία, όπως αναφέρεται από τον Αμερικανο-Εβραίο δημοσιογράφο Jeff Jacoby, στην «συντηρητική» ιστοσελίδα Townhall.com. Έχει ενδιαφέρον. Ο Jacoby επικαλείται στο άρθρο του το βιβλίο του Αμερικανο-Εβραίου ιστορικού της εβραϊκής ζωής στην Αμερική, Jonathan D. Sarna, “When General Grant Expelled the Jews”:

Τον Δεκέμβριο του 1862 από το στρατιωτικό του αρχηγείο στο Μισισιπή, ο υποστράτηγος Ulysses S. Grant εξέδωσε οδηγία για την απέλασε των «Εβραίων ως τάξη» από την τεράστια ζώνη του πολέμου γνωστή ως Τμήμα του Tennessee. Η Γενική Διαταγή Νο. 11 ήταν το πιο διαβόητο αντι - εβραϊκό διάταγμα που έχει εκδοθεί ποτέ από αξιωματούχο της κυβέρνησης των ΗΠΑ και απορρίφθηκε από το προϊστάμενό του, τον πρόεδρο Αβραάμ Λίνκολν - μόλις το έμαθε, στην Ουάσιγκτον.

Παρά τους σαρωτικούς της όρους, η διαταγή κατέληξε να έχει μικρή άμεση επίπτωση στις χιλιάδες των Εβραίων που ζούσαν στην περιοχή που ήταν υπό την διοίκηση του Γκράντ. Μόνο περίπου 100 Εβραίοι ξεριζώθηκαν, κυρίως στο βόρειο Μισισιπή και στο Paducah του Κεντάκι. Η διαταγή απέλασης του Grant δεν είχε καμία αισθητή επίδραση στον πόλεμο ούτε στην δική του στρατιωτική καριέρα. Ο Λίνκολν τον προήγαγε αργότερα αντιστράτηγο θέση που μέχρι τότε κατείχε μόνο ο Τζορτζ Ουάσιγκτον - και τον διόρισε διοικητή όλων των στρατευμάτων της Ένωσης. Ο Grant έγινε εθνικός ήρωας και εξελέγη δύο φορές πρόεδρος των ΗΠΑ.

Και όμως η Γενική Διαταγή αριθ. 11 αποδείχθηκε ότι ήταν πολύ περισσότερο από απλώς μια ενδιαφέρουσα υποσημείωση του «Εμφυλίου Πολέμου». Όπως ο Jonathan D. Sarna διηγείται, στο βιβλίο «Όταν ο στρατηγός Grant απέλασε τους Εβραίους» (‘When General Grant Expelled the Jews’),  το άσχημο επεισόδιο αντήχησε για δεκαετίες. Η διαταγή απέλασης ώθησε τους Εβραίους, για πρώτη φορά στην ιστορία της Αμερικής, στο κέντρο της πολιτικής δίνης και έπαιξε ρόλο όταν ο Γκραντ κατέβηκε για πρόεδρος το 1868», γράφει ο Sarna, διακεκριμένος ιστορικός της Εβραϊκής Ζωής στην Αμερική του Πανεπιστημίου Brandeis.

Ο ίδιος ο Grant λυπήθηκε για ό,τι είχε κάνει, και προσπάθησε να επανορθώσει - τόσο πολύ έτσι ώστε τα οκτώ χρόνια διακυβέρνησής του θα αποδειχθούν να είναι η πρώτη «χρυσή εποχή» για τον αμερικανικό εβραϊσμό. Ως πρόεδρος, ο Grant διόρισε Εβραίους σε δημόσια αξιώματα περισσότερο από οποιοδήποτε από τους προκατόχους του και επέδειξε αξιοσημείωτη ευαισθησία για τα δεινά των διωκόμενων Εβραίων στο εξωτερικό. Στο θάνατό του το 1885, τον Grant θρήνησαν ένθερμα οι ιουδαϊκές στις συναγωγές της Αμερικής. «Σπάνια στο παρελθόν», έγραψε μια εβραϊκή εφημερίδα εκείνης της εποχής, «ποτέ το Καντίσς (ιουδαϊκή προσευχή από πενθούντες) δεν είχε  επαναληφθεί τόσο καθολικά για μη Εβραίο, όπως στην προκειμένη περίπτωση».

Ήταν ο Οδυσσέας Γκραντ ένας ήρωας για τους Εβραίους; Σήμερα - όταν ο 18ος πρόεδρος των ΗΠΑ παρουσιάζεται αρνητικά ως διεφθαρμένος και βίαιος μέθυσος, και όταν η είσοδος του στην Εγκυκλοπαίδεια Judaica ξεκινά από τη διαπίστωση ότι «το όνομα Grant έχει συνδεθεί οριστικά με την αντι - εβραϊκή προκατάληψη» - ένας τέτοιος χαρακτηρισμός ξαφνιάζει. Στη δεκαετία του 1860, θα ήταν αδιανόητο κατηγορηματικά. Για την μικρή εβραϊκή μειονότητα των ΗΠΑ – οι Εβραίοι ήταν τότε περίπου το 0,5 τοις εκατό του αμερικανικού πληθυσμού – η Γενική Διαταγή Νο 11 επανέλαβε μερικά από τα πιο τραγικά επεισόδια στην ιστορία των Εβραίων, όταν «οι Εβραίοι σαν τάξη» εκδιώχθηκαν μαζικά από χώρες όπου ζούσαν για γενιές.

Ωστόσο, η απόφαση απέλασης δεν έχει τόσο να κάνει με αντισημιτική εχθρότητα όσο με την απογοήτευση του Grant κατά των λαθρέμπορων και των κερδοσκόπων που υπέσκαπταν τις προσπάθειες της Ένωσης για την καταστολή της μαύρης αγοράς του Νότιου βαμβακιού. Μερικοί από τους κερδοσκόπους ήταν Εβραίοι κάτι που ήταν αρκετό ώστε να τροφοδοτήσει ένα δημοφιλές στερεότυπο ότι οι «Εβραίοι» ήταν οι χειρότεροι παραβάτες. Όταν έμαθε ότι ο ίδιος ο πατέρας του είχε συνεργαστεί με τρεις Εβραίους εμπόρους από το Cincinnati που προσπαθούσαν να προμηθευτούν το βαμβάκι με έκπτωση, ο στρατηγός γέμισε οργή και εξέδωσε τη διαταγή να απελαθούν όλοι οι Εβραίοι «εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από την παραλαβή της παρούσας διαταγής».

Οι αντιδράσεις για την διαταγή δεν άργησαν να φανούν. Όταν ο Cesar Kaskel Paducah, (φώτο) ένας Εβραίος επιχειρηματίας και φανατικός υποστηρικτής του Αβραάμ Λίνκολν και της Ένωσης, πήρε ένα αντίγραφο της διαταγής, πήγε στην Ουάσιγκτον αμέσως, με την ελπίδα να διαταχθεί η κατάργησή της από τον πρόεδρο. Αλλά και η εφημερίδα New York Tribune ανέφερε ότι οι Εβραίοι πίεζαν να κερδίσουν τη κοινή γνώμη. Οι μασονικές στοές του Missouri και η (μασονική) B'nai B'rith προσέφυγαν δημοσίως στο Λίνκολν.

Ο Λίνκολν ενήργησε με εκπληκτική ταχύτητα. Μαθαίνοντας από τον Kaskel για την Γενική Διαταγή Νο. 11 στις 3 Ιανουαρίου - δύο ημέρες αφού η Διακήρυξη Χειραφέτησης τέθηκε σε ισχύ - ο ίδιος αμέσως την ανακάλεσε. Μάλιστα ο Λίνκολν επικαλέστηκε «βιβλική γλώσσα» στην συνάντησή του με τον Kaskel :

ΛΙΝΚΟΛΝ: Και έτσι τα παιδιά του Ισραήλ εκδιώχτηκαν από την ευτυχισμένη γη Χαναάν;

Kaskel: Ναι, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο εμείς, έχουν έρθει προς την αγκαλιά του Πατέρα Αβραάμ, ζητώντας προστασία.

Ο Γκράντ δέχτηκε τις αξιώσεις του Λίνκολν χωρίς διαμαρτυρία και δεν έκανε καμία προσπάθεια να υπερασπιστεί τις ενέργειές του, όταν το Κογκρέσο συζήτησε το περιστατικό. Ούτε καν ένα σχόλιο έκανε όταν το θέμα εμφανίστηκε στον Τύπο. Ακόμη και σε εφημερίδες φιλικές προς τον Grant, γράφει ο Sarna, η κυρίαρχη άποψη ήταν ότι οι Εβραίοι θα έπρεπε να είχαν αντιμετωπιστεί ως άτομα και όχι να στιγματίζονται ως τάξη. «Όλοι οι απατεώνες δεν είναι Εβραίοι», παρατήρησαν οι New York Times. «Όλοι οι Εβραίοι δεν είναι απατεώνες».

Αυτό θα μπορούσε να ήταν το τέλος του θέματος εάν ο Grant δεν είχε θέσει υποψηφιότητα για πρόεδρος το 1868. Οι Δημοκρατικοί, αμέσως πρόβαλαν την ιστορία της Διαταγής. Ποτέ πριν δεν είχε εμπλακεί ένα σημαντικό «εβραϊκό ζήτημα» σε μια εθνική πολιτική εκστρατεία και ποτέ πριν δεν είχαν οι Αμερικανοί Εβραίοι λόγους να φοβούνται ότι ένας προεδρικός υποψήφιος ήταν ανοικτά αντισημίτης.

Για τους Εβραίους που υποστήριξαν το Δημοκρατικό Κόμμα, όπως ο Ραβίνος του Σινσινάτι Isaac Mayer Wise, (φώτο) το να καταγγείλουν τον Grant - και να κάνουν την Γενική Διαταγή Νο 11 ένα σαφές θέμα της προεκλογικής εκστρατείας - ήταν εύκολο. «Το θεωρούμε καθήκον μας να αντιταχθούμε στον ίδιο και στο κόμμα του», έγραψε. «Χειρότερα από το στρατηγό Grant κανένας σε αυτό το δέκατο ένατο αιώνα, στις πολιτισμένες χώρες έχει προσβάλλει και εξοργίσει τους Εβραίους».

Αλλά για τους πολλούς Εβραίους που μοιράστηκαν τις αρχές «κατά της δουλείας» του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, η μνήμη εκείνου που είχε κάνει ο Grant πριν από έξι χρόνια ήταν ένα καυτό δίλημμα. Ο Sarna διερευνά προσεκτικά το δίλημμα που είχαν οι Εβραίοι ψηφοφόροι : «Θα έπρεπε να ψηφίσουν για ένα κόμμα που θεωρείται κακό για τη χώρα μόνο και μόνο για να αποφευχθεί η ψήφος σε έναν άνθρωπο ο οποίος ήταν κακός στους Εβραίους;» Μια διαδεδομένη πεποίθηση εκείνη την εποχή ήταν ότι οι Εβραίοι σε μια δημοκρατία ήταν υποχρεωμένοι να ψηφίσουν με γνώμονα το συμφέρον του αμερικάνικου έθνους, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα δικά τους τοπικιστικά συναισθήματα .

Έτσι ο γνωστός ραβίνος της εποχής Liebman Adler, (φώτο) πνευματικός ηγέτης της παλαιότερης συναγωγής του Σικάγου, επέμεινε ότι αν το πολιτικό κόμμα που ο ίδιος θεωρούσε καλύτερο για «την ευημερία της χώρας, καθόσον η προώθηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων ήταν εκείνο που ενδιέφερε» ήταν να ορίσει τον ίδιο τον απεχθή Αμάν, «θα έλεγα προκοπή κάτω από τον Αμάν και εδώ έχετε την ψήφο μου, ακόμη και αν ο Εβραίος μέσα μου θρηνεί».

Μετά την εκλογή ο Grant έκανε δημόσια αποκήρυξη. «.... Δεν έχω καμία προκατάληψη εναντίον οποιασδήποτε αίρεσης ή φυλής, αλλά θέλω κάθε άτομο να κριθεί με βάση τη δική του αξία».

Ο Grant κατέληξε να είναι ένας από τους πιο σημαντικούς συμμάχους των Εβραίων από οποιονδήποτε εκλεγμένο πρόεδρο. Διόρισε Εβραίους σε κυβερνητικές θέσεις που δεν ονειρεύονταν, αντιτάχθηκε σε μια εκστρατεία για την τροποποίηση του Συντάγματος έτσι ώστε να αναγνωριστεί ρητώς «ο Κύριος Ιησούς Χριστός ως Κυβερνήτης μεταξύ των εθνών» (αν και ήταν Μεθοδιστής!!!) και καταδίκασε δημοσίως τη κακομεταχείριση των Εβραίων στο εξωτερικό. «Τα βάσανα των Εβραίων της Ρουμανίας αγγίζουν βαθιά κάθε ευαισθησία της ύπαρξής μας», είπε το 1870.

Αργότερα, στη δεύτερη θητεία του, Grant έγινε ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος που παρακολούθησε την «αφιέρωση» μιας νέας συναγωγής, της Adas Israel στην Ουάσιγκτον. «Ο άνθρωπος που κάποτε είχε απελάσει τους Εβραίους ως τάξη ήρθε προσωπικά να τιμήσει τους Εβραίους για τη διατήρηση και την ανανέωση της πίστης τους», γράφει ο Sarna. Μάλιστα, έκανε μια σημαντική προσωπική συμβολή στα ταμεία της συναγωγής και το πιο εντυπωσιακό : Παρέμεινε σε όλη την τελετή διάρκειας τριών ωρών.
ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ / Πηγή